«…Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήττον και το ελεύθερον έχει και θα έχει διά παντός ανάγκην της θρησκείας του»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 – 1911), απόσπασμα από το διήγημα «Λαμπριάτικος Ψάλτης» γραμμένο το 1843.

Είναι γεγονός ότι ως λαός και ως κοινωνία βιώνουμε μεγάλες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα. Οι εξελίξεις είναι τόσο ραγδαίες που με δυσκολία μπορεί να προλάβει κανείς τόσο την παρακολούθηση αυτών, πόσο μάλλον την κατανόηση και αφομοίωση των αποτελεσμάτων που αυτές φέρουν στις ζωές μας συνολικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε σε ατομικό, οικογενειακό και συλλογικό επίπεδο. Παρά ταύτα οφείλουμε να είμαστε ενεργοί και να αντιδρούμε σε οποιαδήποτε ενέργεια, κίνηση ή πρωτοβουλία που στοχεύει στην αλλοίωση της πολιτιστικής, ιστορικής, εθνικής και θρησκευτικής μας ταυτότητας. Ειδικότερα όταν αυτά λαμβάνουν χώρα στον ευαίσθητο και νευραλγικό χώρο της Παιδείας και της Εκπαίδευσης συνολικά.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να γίνονται διάφορες συζητήσεις περί αλλαγών που απαιτούνται στο χώρο της Παιδείας και της εκπαίδευσης συνολικά, έτσι ώστε το σχολείο να μορφώνει και να εκπαιδεύει ολοκληρωμένα, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Δυστυχώς όμως η Πολιτεία δεν έχει κινηθεί συστηματικά, μεθοδικά και συντεταγμένα προς την κατεύθυνση αυτή του εκσυγχρονισμού και της ποιοτικής αναβάθμισης του οικοδομήματος της Παιδείας.

Όλες οι κινήσεις που έλαβαν χώρα μέχρι σήμερα, δεν έγιναν στη βάση ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού με βάθος χρόνου, αλλά αποσπασματικά. Σε κάθε εναλλαγή των εκάστοτε κυβερνήσεων παρατηρούνταν αλλαγή πλεύσης και στο ευαίσθητο Υπουργείο Παιδείας. Όλες οι υποτιθέμενες μεταρρυθμίσεις που έγιναν, επικεντρώθηκαν κυρίως σε αλλαγές ως προς το σύστημα πρόσβασης από το Λύκειο στο Πανεπιστήμιο, στην διδακτέα και εξεταστέα ύλη των μαθημάτων, στην καθιέρωση των ολοήμερων σχολείων (όπου αυτά υπάρχουν), στην αλλαγή κάποιων σχολικών εγχειριδίων και σε κάποιες άλλες που αφορούσαν συγκεκριμένα μαθήματα ή άλλα δευτερευούσης σημασίας ζητήματα.

Τα μεγάλα και καυτά θέματα της Παιδείας, όπως η συνεχής υποχρηματοδότηση της Παιδείας και της Έρευνας, η κατάρτιση αντί για τη μόρφωση, η συνεχής υποβάθμιση και υπολειτουργία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου του Υπουργείου Παιδείας, η μή κάλυψη των κενών που υπάρχουν σε διδακτικό προσωπικό, η μή συνεχής επιμόρφωση του ήδη υπάρχοντος διδακτικού δυναμικού, οι ελλείψεις ως προς τις υλικοτεχνικές υποδομές (π.χ. απουσία επαρκών και κατάλληλων αιθουσών διδασκαλίας), οι ελλείψεις σε βιβλία, τεχνολογικό εξοπλισμό κ.α., παραμένουν δυστυχώς χωρίς λύση. Και η κολόνια αυτή κρατάει χρόνια. Σήμερα έχουμε ένα σχολείο (δημοτικό – γυμνάσιο – λύκειο) που δεν μορφώνει, που δεν εκπαιδεύει, που «φορτώνει» τον μαθητή. Και την αδυναμία αυτή έρχεται να καλύψει με ιδιαίτερη επιτυχία πολλές φορές η ιδιωτική πρωτοβουλία (φροντιστήρια κ.α.) με το ανάλογο βεβαίως οικονομικό κόστος.

Πίσω όμως από όλα αυτά φαίνεται πως υποβόσκει κάτι άλλο. Υπάρχει ένα γενικότερο σχέδιο που υπηρετεί έναν γενικότερο στόχο, όχι εθνικό, αλλά υπερεθνικό. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι ζούμε μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη πλέον κοινωνία. Μέσα σε αυτήν την παγκόσμια κοινωνία πρέπει, κατά τους εμπνευστές του σχεδίου, να εξαλειφθούν οι όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες υπάρχουν, όπως γλώσσα, ιστορία, θρησκεία, πολιτισμός κ.α. Δηλαδή οτιδήποτε συγκροτεί αυτό που λέμε Εθνική Παιδεία. Και για να γίνει αυτό πρέπει να «αλλάξει» η φιλοσοφία εν γένει του χώρου που παράγεται, καλλιεργείται και διδάσκεται αυτή. Υπό αυτό το πρίσμα εξηγείται η περίπτωση του μαθήματος της Ιστορίας, του μαθήματος των Θρησκευτικών και αύριο ίσως της γλώσσας, της γραφής κ.α.

Το τελευταίο διάστημα οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την χρησιμότητα ή μη του μαθήματος των Θρησκευτικών. Υπάρχει μία μερίδα που υποστηρίζει ότι το μάθημα πρέπει να καταργηθεί τελείως διότι δεν χρειάζεται, και υπάρχει η πλειοψηφική άποψη που υποστηρίζει τη διατήρηση του μαθήματος με βελτιώσεις και προσθήκες ως προς το περιεχόμενό και τον τρόπο της διδασκαλίας του. Η αντιπαράθεση αυτή οφείλεται κυρίως στην πολεμική που δέχεται το μάθημα λόγω των εμμονών μιας απειροελάχιστης μειοψηφίας νεοελλήνων, η οποία ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιχειρεί να επιβάλει τη θέλησή της σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Αυτή η μειοψηφία επιδιώκει την πλήρη κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών και όχι την ποιοτική αναβάθμιση αυτού. Επιθυμεί μάλιστα την αντικατάσταση αυτού με το μάθημα της «Θρησκειολογίας».

Ειδικότερα για τη μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών σε θρησκειολογία η βασική εισήγηση περιλαμβάνει ουσιαστικά την πρόταση για μια «θεολογικά ουδέτερη ενημέρωση των μαθητών για τις διάφορες πλευρές του θρησκευτικού φαινομένου, με ιδιαίτερη εξειδίκευση πάντως στην διδασκαλία των αρχών του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας». Απάντηση στην πρόταση – εισήγηση αυτή περί θρησκειολογίας έρχεται να δώσει ο Συνήγορος του Πολίτη (διαμεσολάβηση αριθ. 2141/2005) όπου παραδέχεται ότι βάσει του Συντάγματος «δεν υπάρχει λόγος το μάθημα των θρησκευτικών να είναι θρησκειολογικό, αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι ομολογιακό, αρκεί να αφήνει περιθώριο για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επίσημη και ισχύουσα ακόμα ελληνική νομοθεσία και το Σύνταγμα της χώρας έχουν προσδιορίσει με σαφήνεια το σκοπό, το περιεχόμενο και τους στόχους του μαθήματος των θρησκευτικών.

Πιό συγκεκριμένα,

  • Το άρθρο 13, παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος ορίζει ότι: «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. H απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις κανενός».

  • Το άρθρο 16, παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος ορίζει ότι: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες».

  • O Νόμος 1566 / 1985 αναφέρει ότι: «Η φανέρωση των αληθειών του Χριστού για τον Θεό, για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, η μύηση των μαθητών στις σωτήριες αλήθειες του Χριστιανισμού με την ορθόδοξη πίστη και ζωή…Η βίωση των αληθειών της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως στις συγκεκριμένες περιστάσεις της καθημερινής ζωής του μαθητή, για να βελτιώνεται συνεχώς ‘‘εν σοφία, ηλικία και χάριτι’’ (Λουκ. 2,52) για να καταντήσει ‘‘εις άνθρωπον τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού’’ (προς Εφεσίους 4,13)».

  • Ο Νόμος 303 / 13.3.2003 που συμπλήρωσε τον προαναφερθέντα, λέει ότι:«Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών συμβάλλει στην απόκτηση γνώσεων γύρω από την χριστιανική πίστη και την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Στην ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης. Στην προβολή της ορθόδοξης πνευματικότητας ως ατομικού και συλλογικού βιώματος. Στην κατανόηση της χριστιανικής πίστης ως μέσου νοηματοδότησης του κόσμου και της ζωής. Στην παροχή ευκαιριών στους μαθητές για θρησκευτικό προβληματισμό και στοχασμό. Στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών, στάσεων. Στην διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Στην κατανόηση της θρησκείας ως παράγοντα που συντελεί στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της πνευματικής ζωής. Στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας. Στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των μεγάλων συγχρόνων διλημμάτων. Στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης. Στην αξιολόγηση του Χριστιανισμού ως παράγοντα βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων».

Όπως φαίνεται από τα προαναφερθέντα άρθρα του Συντάγματος και τους Νόμους, η Ελληνική Πολιτεία θεωρεί σε κάθε περίπτωση τα θρησκευτικά ως μάθημα προέκταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης η οποία παρέχεται αρχικά μέσα στην οικογένεια και την εκκλησία. Επιπλέον, αποδέχεται το γεγονός ότι η παροχή της θρησκευτικής αυτής εκπαίδευσης εντός σχολικού πλαισίου και περιβάλλοντος λειτουργεί συμπληρωματικά, συμβάλλοντας κατ’ επέκταση στην ολοκληρωμένη μόρφωση των μαθητών.

Το νομοθετικό πλαίσιο όμως δεν περιορίζεται μονάχα στο Ελληνικό Σύνταγμα και την ελληνική νομοθεσία, αλλά συμπληρώνεται και από άλλα άρθρα ευρωπαϊκών συμβάσεων, πρωτοκόλλων, αποφάσεων ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Ειδικότερα,

  • Η Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (άρθρο 14, παρ. 1 & 2) αναφέρει ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού για ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Σέβονται το δικαίωμα και το καθήκον των γονέων… του παιδιού, να το καθοδηγήσουν στην άσκηση του παραπάνω δικαιώματος κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη των ικανοτήτων του».

  • Το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρει ότι: «Κατοχυρώνεται σε όλα τα Συντάγματα των Χωρών της Ευρώπης η ίση μεταχείριση όλων των θρησκειών. Κάθε κράτος έχει τη δυνατότητα να καθορίζει ελεύθερα τις σχέσεις του με τις Εκκλησίες ή να καθορίζει υπερέχουσα ή Κρατική μια ορισμένη θρησκεία ή Εκκλησία και να αναγνωρίζει σε αυτήν ορισμένα προνόμια. Επιπλέον, κάθε κράτος δικαιούται να θεσπίζει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την αναγνώριση θρησκειών και να μην αναγνωρίζει όσες θρησκείες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές».

  • Το άρθρο 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται απόλυτα το μάθημα των θρησκευτικών. Επιπλέον, αν το μάθημα των θρησκευτικών το ζητούν οι γονείς των μαθητών (όλοι ή ένα μέρος τους), το Κράτος είναι υπόχρεο να το διδάσκει στα σχολεία του. Το πώς όμως αυτό θα διδάσκεται και το αν αυτό θα είναι υποχρεωτικό διαφέρει από χώρα σε χώρα και εξαρτάται από τις πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις κάθε λαού.

  • H απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 15/6/2010 (υπόθεση Grzelak εναντίον Πολωνίας, Νο 7710 / 2002) αναφέρει ότι: «Ανάγεται στο εθνικό περιθώριο εκτιμήσεως, που αναγνωρίζεται στα κράτη να αποφασίσουν αν θα εισάξουν το Μάθημα των Θρησκευτικών στα δημόσια σχολεία κι αν ναι,ποιό ειδικότερο σύστημα (διδασκαλίας) θα υιοθετήσουν».

Σύμφωνα πάντοτε με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να διέπεται από τις αρχές της αντικειμενικότητας και του πλουραλισμού, οι οποίες δεν παραβιάζονται μόνο και μόνο επειδή το μάθημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στη κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση του οικείου Κράτους.

Επιπλέον, υπάρχουν ομόφωνες αποφάσεις ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων οι οποίες συνηγορούν υπέρ της υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών με κύρια βάση την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και με δικαίωμα απαλλαγής για όσους δεν είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. Ειδικά για το δικαίωμα της απαλλαγής ο δρ συνταγματικού δικαίου κ. Γ. Κρίππας υποστηρίζει ότι «απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών δικαιούνται να ζητήσουν μόνο όσοι είναι αλλόθρησκοι ή άθεοι. Πρέπει όμως να αιτιολογήσουν την άρνησή τους αυτή, αλλιώς υποβάλλουν ψευδή δήλωση ενώπιον δημόσιας αρχής και κατά συνέπεια διώκονται ποινικά». Να σημειωθεί ότι η δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα για τους ετεροδόξους Χριστιανούς και τους ετεροθρήσκους ισχύει στην Ελλάδα από το έτος 1930.

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τονισθεί ότι το μάθημα των Θρησκευτικών ως πρός τη φύση και το περιεχόμενό του σχετίζεται άμεσα με τον τύπο ανθρώπου που επιδιώκει να χτίσει η Παιδεία και η Εκπαίδευση. Δηλαδή, ως μάθημα εντάσσεται μέσα στον γενικότερο εκπαιδευτικό προγραμματισμό του Κράτους και των επιδιώξεων που αυτό έχει. Το μάθημα σήμερα ταυτίζεται με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και παράδοση και την καλλιεργεί. Το περιεχόμενό του είναι ορθόδοξο χριστιανικό και απευθύνεται σε ορθόδοξους μαθητές. Μονάχα στη Β΄Λυκείου οι μαθητές λαμβάνουν πληροφορίες και στοιχεία για τις θρησκείες του κόσμου.

Επιπλέον, υπάρχουν πολλές προσωπικότητες ή επιστήμονες, σοβαροί, υπεύθυνοι και με κύρος οι οποίοι κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει και υποστηρίζουν αυτή την σπουδαιότητα του μαθήματος των θρησκευτικών. Ο καθηγητής θεολογίας Δ. Βογιατζής ισχυρίζεται ότι «τίποτα δεν εμποδίζει, η ομολογιακή και πολλές φορές κατηχητική διδασκαλία των θρησκευτικών να διέπεται από τις αρχές του σεβασμού, της ανεκτικότητας και της ειρηνικής συμβίωσης, που άλλωστε είναι και βασικές αξίες του Χριστιανισμού».

Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι: «Αν δεν κινηθείς…με αναφορά σε συγκεκριμένη θρησκεία, δεν μπορείς να επιτύχεις ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως…Όσο το μάθημα των θρησκευτικών θα υποβαθμίζεται, παρά το πλήθος των γνώσεών μας θα μας κατέχει πνευματική και ψυχική απαιδευσία».

Ο Χρ. Γιανναράς υποστηρίζει ότι: «Το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών από το Κράτος. Όπως ακριβώς πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο ο πολιτισμός και η μεταφυσική μήτρα που γέννησε τον Παρθενώνα και την αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία, παρόμοια, δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να αγνοεί ποιά θεολογία γέννησε την Αγία Σοφία, την εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία της Ορθοδοξίας, που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον και στις μέρες μας. Η Πολιτεία δεν απαιτεί σαφώς από τον μαθητή να αποδεχθεί βιωματικά τον μεταφυσικό άξονα των αρχαίων Ελλήνων ή την ορθόδοξη θεολογία. Θα του απαιτήσει όμως τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Ελλήνων».

Ο Νίκος Μουζέλης σε άρθρο του στην εφημερίδα «Βήμα» (16/10/1995) ανάμεσα σε άλλα τονίζει ότι: «Η ορθόδοξη πίστη και η Εκκλησία αποτελούν μία βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Γι’ αυτό τον λόγο,ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει ή όχι, η γνώση των συστατικών στοιχείων της Ορθοδοξίας, της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση,για να καταλάβουμε πώς λειτουργούμε στο χώρο και στον χρόνο».

Ο καθηγητής Γ. Δ. Μεταλληνός σε σχετική του εισήγηση αναφέρει ότι: «Η ιστορία της Εκκλησίας, τα γεγονότα που συνδέονται με την ζωή της, ο τρόπος ζωής των μελών της και η θεολογία της, ως τμήμα της εθνικής μας ιστορίας, αλλά και ως παρόν, αφού η Εκκλησία συνεχίζει να υπάρχει και να νοηματοδοτεί τη ζωή των περισσοτέρων πολιτών του Ελληνικού Κράτους, Ελλήνων και αλλοδαπών, είναι ένα μάθημα, που οφείλει να διδάσκεται κάθε πολίτης αυτής της χώρας, πιστός και άπιστος, χριστιανός, αλλόθρησκος ή αλλόδοξος, που θέλει να είναι ενημερωμένος και ενσυνείδητα πνευματικά τοποθετημένος».

Από όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι το μάθημα των θρησκευτικών όπως και αυτό της Ιστορίας, της Γλώσσας, των Μαθηματικών κ.α. είναι βασικά μαθήματα στο χώρο της εκπαίδευσης ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια, αλλά και παλαιότερα. Τα τελευταία χρόνια όμως φαίνεται καθαρά και στη χώρα μας ένα σχέδιο που στοχεύει, όπως γράφει πολύ εύστοχα ο Χρ. Γιανναράς, σε μια κοινωνία χωρίς συνοχή και ιστορική συνέχεια, ουδέτερη, χωρίς ταυτότητα, παραδόσεις, ιστορία, χωρίς συλλογικά βιώματα, χωρίς μεταφυσική ελπίδα, χωρίς γιορτές. Επιπλέον, το παιδί αποκόβεται μεθοδικά από κάθε βιωματική ρίζα ελληνικής ιδιαιτερότητας, πολιτιστικής καύχησης,πίστης και λαϊκής ευσέβειας

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία δύο θέσεις, οι οποίες και με εκφράζουν προσωπικά θέτοντας τη συζήτηση περί του μαθήματος των Θρησκευτικών σε μία άλλη διάσταση και οπτική. Η πρώτη αφορά τον Άγιο Νεκτάριο Αιγίνης, Μητροπολίτη Πενταπόλεως Λιβύης (1846 – 1920) που υποστήριζε ότι «η Θρησκεία χωρίς την Παιδεία οδηγεί στην δεισιδαιμονία, ενώ η Παιδεία χωρίς την Θρησκεία οδηγεί στην αθεϊα και την ασέβεια». Η δεύτερη ανήκει στον πατέρα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, τον Θουκυδίδη, ο οποίος έλεγε: «Να σέβεσαι τον θεό και να κατανοείς. Μη ζητείς (να μάθεις) ποιός είναι και πώς. Διότι ουδέποτε είναι ανύπαρκτος, ως υπάρχοντα λοιπόν να τον σέβεσαι και να τον αντιλαμβάνεσαι. Διότι είναι ασεβής αυτός ο οποίος θέλει σύμφωνα με τον νούν να εξακριβώσει το θεό».

Πέραν των δύο αυτών θέσεων και των ηχηρών μηνυμάτων που αυτές στέλνουν προς κάθε κατεύθυνση, θα ήθελα να απευθύνω τα ακόλουθα ερωτήματα σε αυτούς που με φανατισμό επιδιώκουν την πλήρη κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών. Αλήθεια συνΈλληνες έστω ότι το μάθημα των Θρησκευτικών δεν χρειάζεται στην εκπαίδευση, βάσει ποίου σκεπτικού ή επιχειρηματολογίας χρειάζεται το μάθημα της Θρησκειολογίας??? Εάν δεν είναι ωφέλιμα για έναν νέο άνθρωπο σήμερα να μαθαίνει τα υψηλά νοήματα και τις αρχές του Χριστιανισμού και της Ορθόδοξης πίστης, όπως είναι η Αγάπη, ο Σεβασμός, η Συγχώρευση, η Μετάνοια, η Προσευχή, η Ορθόδοξη Λατρεία και παράδοση με τα εκατομμύρια αγίων και μαρτύρων, τί είναι ωφέλιμο? Μήπως είναι του Ιουδαϊσμού που στις γραφές του (Ταλμούδ) διδάσκει το μίσος εναντίον Χριστιανών και Ελλήνων?? Μήπως είναι του Μουσουλμανισμού που επίσης διδάσκει το μίσος εναντίον των απίστων (Τζιχάντ – Τζιχαντιστές – τρομοκράτες)?? Ο νοών νοείτω.

Να μην ξεχνάμε βεβαίως και αυτό που είχε πει ο Γερμανός φιλόσοφος Γκότφριντ Βίλχελμ Λάϊμπνιτς (1646 – 1716): «Αν η Γεωμετρία απαιτούσε τρόπο ζωής, θα την είχαμε αποβάλει από την σχολική εκπαίδευση».

Ενδεικτικές πηγές – βιβλιογραφία

  • Απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπόθεση Grzelak εναντίον Πολωνίας (Νο 7710 / 2002).

  • Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας 3338 / 1995.

  • Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας 2176 / 1995.

  • Άρθρο 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

  • Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

  • Γιανναράς Χρ., Ιχνηλασία νοήματος, πολιτική, κοινωνία και παιδεία στην Ελλάδα σήμερα, 1998.

  • Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, άρθρο 14 (παρ. 1,2).

  • Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 13 (παρ. 1) και άρθρο 16 (παρ. 2).

  • Εφημερίδα «Το Βήμα», 16 Οκτωβρίου 1995, άρθρο του Νίκου Μουζέλη.

  • Κογκούλης Β. Ιωάννης, Το μάθημα των Θρησκευτικών στη μέση εκπαίδευση κατά την πεντηκονταετία 1932 – 1982, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1989.

  • Κρίππας Γ. Η., Η συνταγματική κατοχύρωση του Μαθήματος των Θρησκευτικών παρ’ ημίν και εν τη αλλοδαπή, Αθήναι, 2001.

  • Κρίππας Γ. Η., Συνταγματική θεώρηση του μαθήματος των θρησκευτικών στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Πύργος, 2008.

  • Μεταλληνός Γ. Δ. (ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών), Εκκλησία και σύγχρονος Ελλαδικός πολιτισμός, Αθήναι, 2006.

  • Μεταλληνός Γ. Δ., Το μάθημα των θρησκευτικών: Η ουσία και η εθνική σημασία του, εισήγηση στην Δ΄ Επιμορφωτική ημερίδα των θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδας, Λευκάδα, 7 Φεβρουαρίου 2009.

  • Μεταλληνός Γ. Δ., Το μάθημα των θρησκευτικών και η αστασίαστη θέση του στην εθνική μας παιδεία, εισήγηση στην ημερίδα: Ορθόδοξη Παιδεία ή πανθρησκειακή προπαγάνδα, πολεμικό μουσείο Αθήνας, 19 Μαϊου 2012.

  • Νόμος 1566 / 1985 (προσδιορίζει το περιεχόμενο, τον σκοπό και τους στόχους του μαθήματος των Θρησκευτικών).

  • Νόμος 303 / 13. 03. 2003 (αναδιατυπώθηκε ο σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών).

  • Περιοδικό «Εκκλησία», έτος ΠΕ΄, τεύχος 9, Οκτώβριος 2008.

  • Περιοδικό «Κοινωνία», έτος ΝΑ΄, τεύχος 3, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2008.

  • Πονηρός Στ. Ευάγγελος, Υπερασπίζοντας τη διωκόμενη Ορθόδοξη Παιδεία στο ελληνικό σχολείο, εκδόσεις Πελασγός Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Α΄ έκδοση, Αθήνα, 2016.

  • Συνήγορος του Πολίτη, διαμεσολάβηση αριθ. 2141 / 2005, περί της εξομολογήσεως στα Σχολεία.

  • Σωτηρέλλης Γ., Θρησκεία και Εκπαίδευση, 1983.

About Κωνσταντίνος Σχοινοχωρίτης

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιβλιοθηκονόμος, υποψήφιος Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου. Πρόεδρος Κίνησης Ενεργών Πολιτών Ζευγολατιού «ΚΟΙΝΩΝΙΑ».