« Γέννησίς Σου Χριστέ Θεός μν,

νέτειλε τ κόσμω τό Φς τό τς γνώσεως·

ν ατ γάρ ο τος στροις λατρεύοντες, πό στέρος διδάσκοντο,

Σέ προσκυνεν τόν λιον τς δικαιοσύνης,

καί Σέ γινώσκειν ξ ψους νατολήν.

Κύριε δόξα σοι». (Απολλυτίκιον εορτής Χριστουγέννων)

Εισαγωγή

Τα Χριστούγεννα είναι για εμάς τους Ορθόδοξους Χριστιανούς μία μεγάλη Δεσποτική εορτή κατά την οποία εορτάζεται η «κατά σάρκα Γέννησις του Σωτήρος και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η εορτή αυτή, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, είναι η «Μητρόπολις πασών των εορτών». Για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα καθιερώθηκαν ως αργία με τον Ιουστινιάνειο Κώδικα κατά τα έτη 529/534 μ.Χ. Συνεκδοχικώς, Χριστούγεννα έχει επικρατήσει να ονομάζεται όλο το εορταστικό δεκαπενθήμερο που ξεκινά από την παραμονή των Χριστουγέννων στις 24 Δεκεμβρίου και τελειώνει την εορτή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στις 7 Ιανουαρίου.

Πλησιάζοντας προς την εορτή των Χριστουγέννων κορυφώνονται όμως και οι προετοιμασίες μας, κυρίως αυτές που έχουν να κάνουν με τη τήρηση των ηθών, εθίμων, παραδόσεων, όπως είναι τα κάλαντα, ο παραδοσιακός στολισμός της φάτνης, το αστέρι επί της φάτνης κ.α.

Σύμφωνα με διάφορους επιστημονικούς υπολογισμούς, ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο από την Παρθένο Μαρία σ’ ένα σπήλαιο της Βηθλεέμ μεταξύ των ετών 7 και 4 π.Χ. Την εποχή εκείνη βασίλευε στην Ιουδαία ο Ηρώδης ο Μέγας, στην Συρία ηγεμόνευε ο Κυρήνιος και αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος, ο οποίος είχε διατάξει να διενεργηθεί απογραφή πληθυσμού των υπηκόων του. Γι’ αυτό και ο Ιωσήφ πήρε την ετοιμογέννητη Μαρία και μετέβησαν από τη Ναζαρέτ που διέμεναν, στη Βηθλεέμ.

Μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού, ένας άγγελος εμφανίσθηκε στους ποιμένες της περιοχής αναγγέλλοντας το χαρμόσυνο γεγονός της Γεννήσεως, ενώ πλήθος αγγέλων έψαλλαν το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Ταυτόχρονα, άστρο φωτεινό εξ Ανατολής οδήγησε σοφούς μάγους από τη Βαβυλώνα στη Βηθλεέμ προσφέροντάς στον νεογέννητο Χριστό πολύτιμα δώρα.

Το γεγονός αυτό της έλευσης και προσκύνησης των σοφών μάγων περιγράφει μόνο ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (κεφάλαιο Β΄, 1 – 23). Ειδικότερα, οι σοφοί μάγοι εμφανίστηκαν στην Ιερουσαλήμ και ζητούσαν πληροφορίες για τον νέο βασιλιά που είχε γεννηθεί. Ρωτούσαν «που εστίν ο τεχθείς Βασιλεύς των Ιουδαίων?». Ο Ηρώδης ταραγμένος, και μαζί με αυτόν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, τους κάλεσε σε ακρόαση και ενημερώθηκε από αυτούς για το μεγάλο τους ταξίδι που είχαν ξεκινήσει περίπου δύο χρόνια νωρίτερα.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα των σοφών αυτών, είχε εμφανιστεί στον ουρανό ένα αστέρι με ασυνήθιστη λάμψη και ερμήνευσαν το γεγονός ως προμήνυμα της γέννησης κάποιου πανίσχυρου νέου βασιλιά. Έτσι ξεκίνησαν αμέσως από την χώρα τους για να τον προσκυνήσουν. Το αστέρι τους έδειχνε τον δρόμο και εκείνοι το ακολούθησαν. Μόλις όμως έφθασαν στην Ιερουσαλήμ το αστέρι χάθηκε.

Ο Ηρώδης συγκέντρωσε τότε τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού, ζητώντας πληροφορίες για τον τόπο γέννησης του Χριστού. Αυτοί του απάντησαν στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, διότι έτσι είχε προφητευθεί από τον προφήτη Μιχαία. Τότε ο Ηρώδης έστειλε τους μάγους στη Βηθλεέμ να βρούν το παιδίον και όταν το έβρισκαν να τον ενημέρωναν για να πήγαινε και αυτός στη Βηθλεέμ να το προσκυνήσει.

Μόλις οι μάγοι βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα και πορεύονταν προς τη Βηθλεέμ «ιδού ο αστήρ όν είδον εν τη Ανατολή προήγεν αυτούς, έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον». Αφού μπήκαν στην οικία είδαν το παιδίον με τη μητέρα του Μαρία και προσκύνησαν με ευλάβεια αυτό προσφέροντας στη συνέχεια τα δώρα τους. Έπειτα ανεχώρησαν για την πατρίδα τους από άλλο δρόμο, δίχως να ξαναεπιστρέψουν στον Ηρώδη.

Όταν οι σοφοί μάγοι ανεχώρησαν, άγγελος Κυρίου φάνηκε σε όνειρο στον Ιωσήφ και του είπε να καταφύγει στην Αίγυπτο μαζί με το παιδί και την μητέρα του. Ακολούθησε η σφαγή των νηπίων από δύο ετών και κάτω στη Βηθλεέμ. Στην Αύγυπτο η Αγία οικογένεια παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του Ηρώδη.

Οι σοφοί μάγοι και η προσκύνηση τους

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος δεν μας παρέχει λεπτομέρειες ούτε για τον αριθμό τους ούτε όμως και για την ταυτότητα αυτών. Με βάση όμως την πληροφορία ότι αυτοί ήρθαν από την Ανατολή συμπεραίνουμε ότι έρχονταν από την Περσία (Χαλδαία, Βαβυλώνα), αφού ανατολικά της Παλαιστίνης δεν υπήρχαν άλλες χώρες στις οποίες να υπήρχε παράδοση για μάγους με κάποια θετική σημασία της λέξης.

Στην Περσία πάντως, μάγοι ονομάζονταν οι σοφοί που ασχολούνταν με τις φυσικές επιστήμες, την αστρονομία που τότε ονομαζόταν αστρολογία, την ιατρική, αλλά και με θρησκευτικά ζητήματα ή με απόκρυφες γνώσεις (μαντεία, ερμηνεία φυσικών φαινομένων, ονειροκριτική) και κατείχαν θέση βασιλικών συμβούλων, ακολουθώντας ακόμη και το στρατό στις διάφορες εκστρατείες. Κατά τον Ηρόδοτο, οι μάγοι ήταν ιερείς στην Περσία που ασχολούνταν με τον αποκρυφισμό και ιδιαίτερα με την αστρολογία. Κατά τον Κέπλερ οι τρείς μάγοι ήταν Χαλδαίοι δηλαδή κατάγονταν απο εκεί που γεννήθηκε η αστρολογία. Άλλοι πάλι αναφέρουν ότι οι μάγοι ήρθαν από την Αίγυπτο.

Σε κάθε περίπτωση οι σοφοί αυτοί μάγοι είναι βιβλικά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης. Ότι ήταν τρείς μας πληροφορεί εξωβιβλική παράδοση, η οποία προέρχεται από το απόκρυφο αρμενικό ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού (συριακό πρωτότυπο που μεταφράστηκε στα Αρμενικά κατά τον 11ο αιώνα). Σύμφωνα με την ίδια παράδοση τα ονόματα αυτών ήταν Μελχιώρ, Βαλτάσαρ και Γασπάρ.

Οι τρείς αυτοί σοφοί μάγοι ήταν μαθητές του μάντη Βαλαάμ. Ο Βαλαάμ έζησε στα χρόνια του Μωϋσή, κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. Είχε αναφέρει στους μαθητές του ότι θα γεννηθεί από τη φυλή του Ιούδα ο μέγας Βασιλιάς και τους είχε προαναγγείλει να κοιτάξουν τον ουρανό μέχρι να δούν ένα καινούριο άστρο. Όταν το δούν να τρέξουν να το ακολουθήσουν και εκείνο θα τους οδηγήσει στον τόπο που θα γεννηθεί ο Χριστός. Τον προφητικό αυτό λόγο του Βαλαάμ τον διαφύλαξαν οι μαθητές του μεταδίδοντάς τον στους επόμενους μαθητές. Η προφητεία αυτή περί του λαμπρού άστρου και της Γέννησης του Χριστού εκπληρώθηκε 1300 χρόνια αργότερα, όταν οι τρείς σοφοί μάγοι είδαν εκείνο τον εξαίσιο αστέρα, τον ακολούθησαν, βρήκαν τον νεογέννητο Χριστό και τον προσκύνησαν.

Το γεγονός αυτό ψάλλεται και σε τροπάριο της εορτής των Χριστουγέννων «Του μάντεως πάλαι Βαλαάμ, των λόγων μυητάς σοφούς, αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ εκ του Ιακώβ, ανατείλας Δέσποτα, Εθνών απαρχήν εισαγομένους. Εδέξω δε προφανώς, δώρα σοι δεκτά προσκομίζοντας».

Είναι ξεκάθαρο ότι οι σοφοί αυτοί Μάγοι γνώριζαν το πότε γεννήθηκε ο Μεσσίας. Έτσι εξηγείται βεβαίως και η ερώτησή τους πρός τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ «που εστί ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων? Είδομεν γάρ αυτού τον αστέρα». Η προσκύνησή τους όμως συνοδεύτηκε και απο την προσκόμιση δώρων. Ο Μελχιώρ πρόσφερε χρυσό, ο Γασπάρ το λιβάνι και ο Βαλτάσαρ την αρωματική σμύρνα. Σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας τα δώρα αυτά συμβολίζουν αντίστοιχα την βασιλική ιδιότητα, την θεία καταγωγή και τον πρόωρο θάνατο και την ταφή του Κυρίου.

Χαρακτηριστικά του αστέρος της Βηθλεέμ (επιστημονική και θεολογική ερμηνεία)

Για το άστρο της Βηθλεέμ δεν υπάρχουν πολλές αναφορές. Η μοναδική αναφορά γι’ αυτό βρίσκεται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (κεφ. Β΄). Σε κάθε περίπτωση θα ήταν κάτι το ασυνήθιστο, αφού τράβηξε την προσοχή των μάγων, οι οποίοι στη συνέχεια το ακολούθησαν δίχως να γνωρίζουν σε ποιόν τόπο θα κατέληγαν. Επιπλέον, πρέπει να είχε μεγάλη χρονική διάρκεια, αφού όπως πληροφορούμαστε σχετικώς οι ίδιοι οι μάγοι ξεκίνησαν το ταξίδι τους από την Περσία (Χαλδαία) μέχρι τη Βηθλεέμ, το οποίο διήρκεσε δύο χρόνια.

Το άστρο όμως δεν έγινε ορατό ή αντιληπτό από όλους. Φαίνεται ότι οι μάγοι ήταν οι μόνοι που το είχαν δει ή αυτοί που το είχαν μελετήσει και που γνώριζαν κάτι γι’ αυτό. Ο Ηρώδης δεν γνώριζε κάτι για το άστρο, ούτε οι ποιμένες το είχαν προσέξει ούτε όμως και οι Ρωμαίοι στρατιώτες. Επομένως, το άστρο αυτό ίσως να μην ήταν άστρο με τη σημασία που έχει η λέξη σήμερα. Το άστρο που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ως «αστέρα» ίσως και να μην ήταν ένα πραγματικό άστρο, αλλά ένα οποιοδήποτε ουράνιο σώμα ή φαινόμενο.

Όπως θα δούμε παρακάτω κατά καιρούς διάφοροι επιστήμονες και μελετητές έδωσαν ποικίλες ερμηνείες, τις οποίες όμως η σύγχρονη αστρονομία δεν θεωρεί πειστικές. Απο την άλλη πολλοί πατέρες, άγιοι και θεολόγοι της Εκκλησίας τοποθετήθηκαν αναλόγως επί της ερμηνείας του φαινομένου του άστρου. Κοινή πάντως διαπίστωση όλων τους είναι ότι η ερμηνεία του αστέρα της Βηθλεέμ άπτεται του χρονικού προσδιορισμού της ίδιας της Γέννησης του Ιησού Χριστού.

Επιστημονική προσέγγιση

  • Διπλή ή τριπλή Σύνοδος Πλανητών

Η πρώτη ερμηνεία δόθηκε από τον αστρονόμο Κέπλερ. Ο Johannes Kepler (1571 – 1630) υποστήριξε ότι το άστρο της Βηθλεέμ δεν ήταν ένας συνηθισμένος κομήτης ή ένα απλό άστρο, αλλά με έναν ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο κινούνταν στο κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας για να οδηγήσει τους μάγους από την Χαλδαία στη Βηθλεέμ. Για τον Κέπλερ το αστέρι της Βηθλεέμ ήταν μια σύνοδος πλανητών. Πράγματι το έτος 7 π.Χ πραγματοποιήθηκε μια τριπλή ή μεγάλη συζυγία από τους πλανήτες Δία και Κρόνο (ευθυγράμμιση πλανητών).

Πρός την ίδια κατεύθυνση που χάραξε ο Κέπλερ ο Αμερικανός αστρονόμος Ρ. Σίννοτ, βασιζόμενος στους προγενέστερούς του Αμερικανούς αστρονόμους Τζ. Στόκγουελ (1892) και Τζ. Σουΐφτ (1893), και αφού μελέτησε τις πλανητικές συνόδους που συνέβησαν από το 12 π.Χ. έως το 6 π.Χ., υποστήριξε το έτος 1968 ότι το έτος 3 π.Χ. και 2 π.Χ. συνέβησαν δύο σύνοδοι των πλανητών Αφροδίτης και Δία αντίστοιχα και πιθανόν αυτές να σχετίζονται με το άστρο της Βηθλεέμ.

Η υπόθεση ότι το «άστρο» της Βηθλεέμ σχετίζεται με την τριπλή σύνοδο Δία και Κρόνου υποστηρίχτηκε από αρκετούς αστρονόμους. Την άποψη αυτή υπεστήριξαν ο Ρ. Νιούτον το έτος 1972, ο Ι. Έλλιοτ το έτος 1978 και ο αστρονόμος Ρ. Μπίντερ το έτος 1996, ο οποίος υπολόγισε μέσω ενός ειδικού λογισμικού σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ότι την 3η Δεκεμβρίου του έτους 7 π.Χ. συνέβη η εν λόγω τριπλή σύνοδος. Η άποψη πάντως αυτή ενισχύεται και από την ανακάλυψη αστρονομικών αρχείων το έτος 1925, στην αρχαία πόλη Σαϊπάρ, στα οποία είναι καταγεγραμμένο το εν λόγω αστρονομικό φαινόμενο το έτος 7 π.Χ.

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα όσα υποστηρίζει πρός την ίδια πάντοτε κατεύθυνση της θεωρίας της Μεγάλης Συνόδου των Πλανητών η επίκουρος καθηγήτρια Μ. Παπαθανασίου, μαθήτρια του καθηγητού Πανεπιστημίου Κ. Χασάπη. Αναφέρει σχετικά ότι: «…Εις την Μ. Σύνοδον του έτους 6 π.Χ ηγετικός πλανήτης ήταν ο Κρόνος ο οποίος ανέκαθεν θεωρούνταν ότι συνδεόταν με τον χώρο της Ιουδαίας, το δέ φαινόμενο έλαβε χώρα στον Οίκο των Ιχθύων ο οποίος επίσης συνδέεται με την Ιουδαία…Εκείνο το έτος το 7 π.Χ έλαβε χώρα και ένα από τα σπανιότερα αστρονομικά φαινόμενα…Έγινε η τριπλή σύνοδος των πλανητών Δία και Κρόνου…Αλλά μία σύνοδος απλή των πλανητών Δία και Κρόνου προεικόνιζε τη γέννηση μεγάλου ανδρός και μάλιστα βασιλιά, οπότε η τριπλή σύνοδος Δία και Κρόνου θα σήμαινε βεβαίως ότι εκείνος ο οποίος θα γεννιόνταν θα ήταν πράγματι Θεάνθρωπος, θα ήταν Εκείνος στον οποίο το θείο στοιχείο (Κρόνος) θα είχε συνενωθεί με το ανθρώπινο (Ζεύς) δια της τριπλής συνόδου».

Συνεχίζοντας η κα Παπαθανασίου εξηγεί: «Επειδή ο Κρόνος θεωρούνταν ως η αρχή της συνθέσεως, της ενοποιήσεως και ως η δύναμη της εκδήλωσης του Θείου Λόγου και ο Ζεύς ως ο πάσης φύσεως άρχων, ο εκπρόσωπος της Δικαιοσύνης έχων όλας τας καλάς ιδιότητας των άλλων πλανητών ήταν δηλαδή ζωοποιός όπως ο Ήλιος, ισχυρός όπως ο Άρης, ευφυής όπως ο Ερμής,καλός όπως η Αφροδίτη και συνθετικός όπως ο Κρόνος, γι’ αυτό και δίνονταν βαρύτητα στο φαινόμενο της τριπλής συνόδου στον οίκο των Ιχθύων ο οποίος συνδέονταν με την Ιουδαία… Στις 13 Απριλίου του έτους 6 π.Χ εισήλθε στον οίκο των Ιχθύων και η Σελήνη. Η Σελήνη που εκπροσωπεί την φύση, την μητέρα γεννήτρια των ζώσων μορφών, με την είσοδό της στους Ιχθύς έδειχνε την υποταγή της φύσεως σε Εκείνον ο οποίος ερχόταν ως Μεσσίας, Εξουσιαστής και Άρχων. Δια της ταχείας κινήσεώς της όμως προκάλεσε πληθώρα φαινομένων, τα οποία ήταν διάφοροι σύνοδοι και τριγωνικές όψεις με τους Κρόνο, Ήλιο, Δία και Αφροδίτη και έδειχναν ότι η ανθρωπότητα προσχωρεί στο θείο κήρυγμα. Κατά την προτελευταία ημέρα της Μεγάλης Συνόδου, την 17η Απριλίου, η Σελήνη ήλθε σε σύνοδο με τον ‘Ηλιο στον οίκο του Κριού με αποτέλεσμα την μερική έκκλειψη του Ηλίου, η οποία σήμαινε την κατάθλιψη του Βασιλέως από τον κόσμο, σήμαινε δηλ. την Σταύρωσή Του. Γι’ αυτό και οι Μάγοι πρόσφεραν την πένθιμη σμύρνα στον Ιησού. Η τελευταία έξοδος του Δία από τον οίκο του Κριού στις 6 Μαρτίου του 5 π.Χ φανέρωνε τον χρόνο ενσαρκώσεως του Μεγάλου Βασιλέως.

Οι Μάγοι γνώριζαν επομένως τον χρόνο της ενσαρκώσεως (γεννήσεως). Γνώριζαν ότι συνελήφθη την 6η Μαρτίου 5 π.Χ και ότι έπρεπε να γεννηθεί την 6η Δεκεμβρίου 5 π.Χ…»

  • Κομήτης

Η θεωρία ότι το αστέρι της Βηθλεέμ ήταν ένας κομήτης υποστηρίχθηκε αρχικώς από τους πατέρες της Εκκλησίας Ωριγένη και Ευσέβιο της Καισαρείας. Ακολούθησε ο Γερμανός αστρονόμος Stenzel, οι Αμερικανοί Don Geomans και Richardson, ο Άγγλος αστρονόμος Colin Humphreys του Cambridge.

  • Βολίδες ή Διάττοντες αστέρες

Ως άποψη δεν έχει υποστηριχθεί από κανέναν αστρονόμο, αφού το αστέρι της Βηθλεέμ είχε μεγάλη χρονική διάρκεια (τουλάχιστον δύο έτη).

  • Καινοφανής ή υπερκαινοφανής αστέρας (σούπερ νόβα)

Οι υπερκαινοφανείς (Σούπερ Νόβα) αστέρες ανήκουν σε μία κατηγορία αστεριών, των οποίων το μέγεθος και η λαμπρότητα μεταβάλλεται απότομα. Συνήθως είναι αόρατοι με μικρά τηλεσκόπια. Λάμπουν ξαφνικά σε ένα σημείο του ουρανού και μετά με γρήγορο ρυθμό χάνουν την λαμπρότητά τους.
Η διαφορά μεταξύ των καινοφανών και υπερκαινοφανών αστέρων είναι ότι στους δεύτερους, η προαναφερθείσα διαδικασία είναι πολύ πιο ταχεία και έντονη.

Την θεωρία αυτή υποστηρίζουν οι Έλληνες αστρονόμοι Δ. Κωστάκης και Στ. Πλακίδης, ο διαπρεπής Άγγλος Edward Walter Maunder, οι Άγγλοι Parkinson και Stephenson, James Mullaney κ.α. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Άγγλο αστρονόμο Ντέιβιντ Κλάρκ την άνοιξη του έτους 5 π.Χ είχε συμβεί μια έκρηξη σούπερ νόβα στον αστερισμό του Αιγόκερω.

Ούτε όμως και η ερμηνεία αυτή μπορεί να σταθεί. Κι αυτό διότι όπως γράφουν οι καθηγητές αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Σ. Θεοδοσίου και Μ. Δανέζης: «Από αστρονομική άποψη ένας υπερκαινοφανής θα ήταν το τέλειο άστρο της Βηθλεέμ, αφού βέβαια σχετιζόταν με την εμφάνιση ενός πραγματικά νέου άστρου για τις συνθήκες παρατήρησης της εποχής. Μία τέτοια κοσμική καταστροφή είναι πάρα πολύ θεαματική και εύκολα αντιληπτή για τους ειδικούς αστρονόμους. Ένας πραγματικά λαμπρός αστέρας, ορατός ακόμη και με το φως της μέρας, θα ήταν η καλύτερη εξήγηση για την φύση του άστρου της Βηθλεέμ. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι τα υπολείμματα του υπερκαινοφανούς παραμένουν στο χώρο έκρηξης σαν νεφέλωμα για εκατοντάδες χρόνια. Γι’ αυτό το λόγο, οι αστρονόμοι μπορούν να ανατρέξουν στο παρελθόν και να υπολογίσουν τον χρόνο της αρχικής έκρηξης. Δυστυχώς όμως τίποτε δεν φθάνει ως την εποχή της γέννησης του Χριστού. Δηλαδή, κατά την περίοδο της γέννησης και τις επίγειας δράσης του Σωτήρα Χριστού, δεν υπάρχει κάποια ιστορική ή αστρονομική μαρτυρία εμφάνισης ενός υπερκαινοφανούς αστέρα».

  • Διπλή έκκλειψη του πλανήτη Δία

Ο αμερικανός αστρονόμος Μάϊκ Μόλναρ ισχυρίστηκε πρόσφατα ότι αφού μελέτησε τους συμβολισμούς στα ρωμαϊκά νομίσματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αστέρι ήταν στην πραγματικότητα μια διπλή έκκλειψη του πλανήτη Δία. Υποστηρίζει μάλιστα ότι την απόδειξη για την θεωρία του αυτή την εντόπισε στο βιβλίο Mathesis, που γράφτηκε από κάποιον Ρωμαίο αστρολόγο τον Φίρμικους Ματέρνους.

Θεολογική προσέγγιση

Η φύση του αστέρα αυτού που οδήγησε τους Μάγους απασχόλησε όχι μονάχα την αστρονομία, αλλά και τη θεολογία. Την Εκκλησία όμως το ζήτημα του άστρου της Βηθλεέμ ουδέποτε την απασχόλησε επιστημονικά, αλλά θεωρήθηκε αυτό εξαρχής ως κάτι νέο και ασυνήθιστο, το οποίο παρουσιάστηκε για έναν ορισμένο και ύψιστο σκοπό. Αρκετοί ήταν οι πατέρες της Εκκλησίας που τοποθετήθηκαν επί του θέματος.

  • Ο Ωριγένης θεωρεί «το άστρο καινούργιο που δεν μοιάζει σε κανέναν από τα συνηθισμένα άστρα ούτε τα απλανή ούτε αυτά που βρίσκονται στις κατώτερες σφαίρες» (Κατά Κέλσου, Α΄, LVIII, 15, σελ. 112, τομ. Β΄).

  • Ο Ευσέβιος Καισαρείας σημειώνει ότι ήταν «ξένος και όχι συνηθισμένος αστέρας, ούτε ένας από τους πολλούς και γνώριμους… αλλά από όλους πιό καινούργιος» (Ευαγγελική απόδειξη, Θ΄,Ι΄,15 & αποσπάσματα τ. 28, σελ. 105).

  • Ο Άγ. Γρηγόριος ο θεολόγος υποστηρίζει ότι «Ας σωπάσει για την μεγάλη δόξα του Θεού ο άγγελος αστέρας ο οποίος οδήγησε τους μάγους από την Ανατολή στην πόλη, όπου ο Χριστός, γιός ανθρώπου αλλά άφθαρτος στον χρόνο έλαμψε. Γιατί δεν ήταν κάποιος από αυτούς για τους οποίους μίλησαν οι αστρολόγοι, αλλά ξένος που δεν είχε προηγουμένως εμφανιστεί» (P.G 38, 463).

  • O Αγ. Καισάριος, αδελφός του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, αναφέρει ότι «… ο θείος ευαγγελιστής Ματθαίος…τοποθετεί ως αστέρι τον άγγελο τον οδηγό της προσκύνησης…δεν ήταν αστέρι, αλλά νοερή και λογική δύναμις υπήρχε στον οδηγό των Μάγων…φαίνονταν μεν ως αστέρι, εννοούνταν δε ως άγγελος» (P.G 38, 973 – 976).

  • Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει περί αστέρος τα εξής σημαντικά «…Αν μάθουμε, τι ήταν το άστρο, και τι είδους, και εάν ήταν ένα από τα πολλά (άστρα), ή διαφορετικό από τα άλλα, και εάν ήταν κατά φύση άστρο ή στην εμφάνιση μόνο, εύκολα, και όλα τα άλλα θα γνωρίσουμε… Ότι, το άστρο αυτό δεν ήταν ένα από τα πολλά, μάλλον ούτε καν άστρο, καθώς φαίνεται σε μένα, αλλά κάποια δύναμη αόρατος η οποία μετασχηματίσθηκε σ’ αυτή την όψη, πρώτον φανερώνεται από την πορεία του. Γιατί δεν υπάρχει, κανένα άστρο που να βαδίζει τέτοιο δρόμο. Αλλά, και αν στον ήλιο αναφερθείς, και αν στην σελήνη, και αν σ’ όλα τα άστρα, τα βλέπουμε από την ανατολή προς την δύση να προχωρούν. Αλλά, αυτό από το βορρά προς το νότο προχωρούσε. Γιατί, έτσι βρίσκεται η Παλαιστίνη, σε σχέση με την Περσία…δεν φαίνεται την νύκτα, αλλά, μέσα στην μέρα, ενώ λάμπει ο ήλιος, το οποίο, δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό από ένα άστρο, ούτε βέβαια από τη σελήνη. Επειδή, αυτή που υπερέχει από όλα, μόλις φανεί η ηλιακή ακτίνα, να κρύβεται αμέσως και να εξαφανίζεται. Αυτό, με την υπερβολή της δικής του λαμπρότητας, νίκησε τις ηλιακές ακτίνες, επειδή φανερώθηκε φωτεινότερο από εκείνες, και έλαμψε με τόσο φως περισσότερο…στον δρόμο, έως την Παλαιστίνη φαινόταν να οδηγεί. Όταν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κρύφτηκε. Έπειτα, πάλι, όταν άφησαν τον Ηρώδη, αφού τον δίδαξαν, γιατί ήλθαν, και επρόκειτο να απέλθουν, το άστρο δείχνει τον εαυτό του…δεν είναι κίνηση άστρου, αλλά (κίνηση) κάποιας λογικότατης δυνάμεως. Επειδή, δεν είχε δική του πορεία, αλλά, όταν έπρεπε αυτοί (οι μάγοι) να βαδίσουν, βάδιζε. Όταν, έπρεπε να σταθούν, στεκόταν, οικονομώντας τα πάντα προς το πρέπον…δεν έδειχνε τον τόπο μένοντας πάνω. Ούτε ήταν δυνατόν (στους μάγους) έτσι να μάθουν. Αλλά, το κάνει κατεβαίνοντας κάτω. Διότι είναι σαφές, ότι ένα τόσο μικρό τόπο, και όσο είναι φυσικό να κατέχει μια καλύβα, μάλλον όσο είναι φυσικό, να κατέχει το σώμα ενός μικρού παιδιού, δεν μπορεί το άστρο να το γνωρίζει. Επειδή, είναι άπειρο το ύψος και δεν αρκούσε, ένα τόσο στενό τόπο να χαρακτηρίσει και να γνωρίσει σε αυτούς αυτόν που ήθελαν να δουν. Και αυτό, μπορεί να το διαπιστώσει ο καθένας με τη σελήνη η οποία, αν και είναι τόσο ανώτερη από τα άστρα, σε όλους τους κατοίκους της οικουμένης, που είναι διασκορπισμένοι σε τόσο πλάτος γης, φαίνεται ότι είναι κοντά σε όλους. Πώς, λοιπόν, το άστρο, πες μου, τόπο τόσο στενό φάτνης και καλύβας έδειχνε, αν δεν άφηνε εκείνο το υψηλό και κατέβαινε κάτω και στεκόταν πάνω από την ίδια την κεφαλή του παιδιού; Το οποίο, λοιπόν, και ο ευαγγελιστής υπαινισσόμενος έλεγε: «Να, το άστρο, προηγείτο από αυτούς, μέχρι που ήλθε και στάθηκε επάνω εκεί που ήταν το παιδίον»… τούτο το άστρο δεν είναι ένα από τα πολλά άστρα, ούτε αποδεικνύει τον εαυτόν του κατά την ακολουθία της έξω δημιουργίας;… Επειδή λοιπόν (τους μάγους) οδήγησε και χειραγώγησε (σ.σ. εννοεί τον Θεό) και προς την φάτνη έστησε, όχι με άστρο, αλλά με άγγελον λοιπόν μ’ αυτούς συζητά…» (P.G. 37, 64 – 66).

  • O Άγ. Ιερομάρτυς Θεόδοτος, επίσκοπος Αγκύρας (5ος μ.Χ αι) ονομάζει το άστρο «δύναμη αγγελική που οδηγεί τους βαρβάρους προς την ευσέβεια» (P.G 77, 364).

  • Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός, λόγιος, θεολόγος και συγγραφέας (11ος μ.Χ αι) γράφει για το άστρο ότι «στην όψη μόνο ήταν αστέρας…όχι στη φύση».

  • Ο Όσιος Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος και Βουλγαρίας (τέλη 11ου αι – αρχές 12ος μ.Χ αι) θεωρεί ότι «θεία δυναμή και αγγελική εις τύπο άστρου φαίνονταν» (P.G 23, 161).

  • Ο Άγ. Ιερομάρτυς Ιγνάτιος ο θεοφόρος, επίσκοπος Αντιοχείας και μαθητής του Αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννη, θεωρεί ότι το αστέρι της Βηθλεέμ είναι ένα υπερβατικό γεγονός και αποδέχεται ότι αυτό επιβεβαιώνει τη θεία καταγωγή του Ιησού.

Υπάρχουν όμως και δύο σημαντικές εξωβιβλικές αναφορές περί του άστρου της Βηθλεέμ, τις οποίες θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μην συμπεριλάβω και αναφέρω. Η πρώτη είναι το αραβικό απόκρυφο Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού που δείχνει ότι ένας Άγγελος πήρε την μορφή του άστρου και οδήγησε τους Μάγους. Η αναφορά είναι η εξής: «Eademque hora apparuit illis angelus in forma stellae illius quae antea dux itineris ipsis fuerat» (μτφρ Και εκείνη την ώρα εμφανίστηκε σ’ αυτούς άγγελος με την μορφή εκείνου του αστεριού που νωρίτερα είχε γίνει σε αυτούς οδηγός). Η δεύτερη αναφορά περιλαμβάνεται στο απόκρυφο Συριακό χειρόγραφο και λέει ότι «άγγελος στάλθηκε στην Περσία. Αυτός φάνηκε με τη μορφή λαμπρού αστέρα και φώτισε όλη τη γη της Περσίας…και ακολούθως οδήγησε τους βασιλείς της Περσίας στα Ιεροσόλυμα».

Συμπεράσματα

Όπως όλα τα σύμβολα της εορτής των Χριστουγέννων, έτσι και το Αστέρι της Γεννήσεως έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό στις δύσκολες ημέρες που διανύουμε. Συμβολίζει την ελπίδα και τα υψηλά ιδανικά, την ελπίδα για καλή τύχη, την ελπίδα για κοινωνική καταξίωση, την ελπίδα για τη λύτρωση, την ανάταση σε προσωπικό, τοπικό αλλά και εθνικό επίπεδο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, περί του αστέρος της Βηθλεέμ.

  • Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Καινή Διαθήκη, Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφάλαιο Β΄, 1 – 23.

  • Γ. Π. Πατρώνος, Η ιστορική πορεία του Ιησού: Από την φάτνη ως τον κενό τάφο, εκδόσεις Δόμος, 1997.

  • Διαδικτυακός ιστότοπος books.google.gr / Collectio Vaticana.

  • Διονύσιος Π. Σιμόπουλος, Το αστέρι των Μάγων, άρθρο στο περιοδικό ΓΕΩ της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, 30 Δεκεμβρίου 2000.

  • Διονύσιος Π. Σιμόπουλος, Το αστέρι των Χριστουγέννων, Ίδρυμα Ευγενίδου, νέο ψηφιακό πλανητάριο, οδηγός παράστασης, Αθήνα, 2006.

  • Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος, Απόκρυφα χριστιανικά κείμενα: απόκρυφα ευαγγέλια, τόμος Α΄, εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, 2001.

  • Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης, πηγαί της χριστιανικής αρχαιολογίας, Θεσσαλονίκη, 1975.

  • Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης, Από τον κύκλο των μεγάλων εορτών. Το δέντρο των Χριστουγέννων, η φάτνη και ο αστέρας, University Studio Press, 2005.

  • Κωνσταντίνος Σ. Χασάπης, Ο αστήρ της Βηθλεέμ: Αστρονομικός προσδιορισμός του χρόνου της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού, εκδόσεις Καραβία Α., 1970.

  • Στράτος Θεοδοσίου – Μάνος Δανέζης, Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ – Αστρονομία – Ιστορία – Φιλοσοφία, εκδόσεις Δίαυλος, 2000.

  • Φώτης Κόντογλου, Οι τρείς μάγοι. Πώς τους επροφήτευσε ο μάντης Βαλαάμ 1300 χρόνια πρίν από τη Γέννηση του Χριστού, διαδικτυακός ιστότοπος users.uoa.gr

About Κωνσταντίνος Σχοινοχωρίτης

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιβλιοθηκονόμος, υποψήφιος Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου. Πρόεδρος Κίνησης Ενεργών Πολιτών Ζευγολατιού «ΚΟΙΝΩΝΙΑ».