ΤΣΑΜΗΔΕΣ : Δοσίλογοι και συνεργάτες των ΝΑΖΙ

ΤΣΑΜ ΠΑΜΠΕΣ ΜΕ ΘΗΚ ΝΕ ΜΠΡΕΣ

[μτφρ: Ο Τσάμης είναι παμπέσης και έχει το μαχαίρι (έτοιμο) στη μέση]

Αλβανική παροιμία

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων μια έξαρση αλυτρωτισμού με διεκδικήσεις και αξιώσεις εις βάρος της πατρίδας μας. Μετά την Τουρκία και τα Σκόπια, την σκυτάλη παίρνει η γειτονική χώρα της Αλβανίας η οποία σε κάθε περίσταση (τελευταίο κρούσμα η ανάρτηση συνθημάτων σε αγώνες του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος) εγείρει θέμα «Τσάμηδων» διακηρύσσοντας θρασύτατα και τη δημιουργία κράτους «Τσαμουριά».

Η περίπτωση όμως των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς δεν μπορεί να εξεταστεί αποσπασματικά, αφού εντάσσεται στον γενικότερο σχεδιασμό των Η.Π.Α για τα Βαλκάνια που στοχεύει στη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Το πρώτο βήμα έγινε με την αυτονόμηση του Κοσόβου. Η Μεγάλη Αλβανία φιλοδοξεί να συμπεριλάβει εδαφικά, εκτός από το Κόσσοβο, την Κέρκυρα, ολόκληρη σχεδόν την δυτική Μακεδονία και την Τσαμουριά δηλαδή την Ήπειρο.

Ποιά είναι η Τσαμουριά;

Τσαμουριά ονομαζόταν η ευρύτερη περιοχή της Θεσπρωτίας. Περιλάμβανε τις επαρχίες Παραμυθιάς, Φιλιατών, Πάργας και Μαργαριτίου, καθώς και ένα τμήμα της επαρχίας Δελβίνου που υπαγόταν επί Τουρκοκρατίας στην επαρχία Φιλιατών. Παραλιακώς τα όρια της Τσαμουριάς εκτείνονταν από τις εκβολές του ποταμού Αχέροντα μέχρι τα Ακροκεραύνεια όρη.

Ως γεωγραφική περιφέρεια διαιρούνταν σε τρείς κύριες επαρχίες δηλαδή των Φιλιατών, της Παραμυθίας και του Μαργαριτίου, ενώ διοικούνταν κατά το φεουδαρχικό σύστημα. Επομένως, η Τσαμουριά τοπογραφικά, ηθογραφικά και λαογραφικά αποτέλεσε περιφέρεια της Ηπείρου, διατηρώντας από την αρχαιότητα αδιάσπαστη την ελληνική της ταυτότητα. Εκκλησιαστικά, είχε επισκοπή με έδρα την Παραμυθία που ονομαζόταν «Βουθρωτού και Γλυκέος» και την Εξαρχία του Γηρομερίου που έγινε το 1895 επί Πατριάρχου Κων/πολεως Ανθίμου Τσάτσου Μητρόπολη Παραμυθιάς, Φιλιατών και Γηρομερίου.

Ποιοί είναι οι Τσάμηδες;

Πρόκειται για μια πληθυσμιακή ομάδα Αλβανοφώνων Μουσουλμάνων που έζησαν στην Θεσπρωτία από τον 17ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ονομάζονταν έτσι αυτοί που κατοικούσαν την Τσαμουριά δηλαδή την σημερινή Θεσπρωτία. Η πιθανότερη εκδοχή είναι το ονομά τους να προήλθε από παραφθορά του παλαιού ονόματος Θύαμις που έφερε ο ποταμός Καλαμάς σε Τσιάμης, Τσάμης. Έτσι όσοι κατοικούσαν στον ποταμό αυτόν ονομάστηκαν Θυάμιδες ή Τσάμηδες.

Θα πρέπει να τονισθεί ότι με το όνομα «Τσάμηδες» δεν καταγράφεται στην Ιστορία αλβανική φυλή με αυτή την ονομασία, όπως οι Λιάπηδες, οι Τόσκηδες ή οι Γκέκηδες. Οι Τσάμηδες ως Αλβανοί είναι επινόηση των τελευταίων χρόνων. Στην πραγματικότητα όμως οι Τσάμηδες ήταν μια θρησκευτική μειονότητα, αφού διακρίνονταν περισσότερο για το έντονο θρησκευτικό τους πιστεύω και λιγότερο για το εθνικό τους πιστεύω.

Πληθυσμιακά στοιχεία

Το 1917 απογράφονται στην Ήπειρο 36.303 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι, το 1920 απογράφονται 21.800, το 1923 απογράφονται 20.319, το 1928 απογράφονται 17.008, το 1932 απογράφονται 19.287, ενώ το 1936 σε αναλυτική απόρρητη καταμέτρηση του Αλβανού προξένου Ιωαννίνων αναφέρονται 23.048. Στην Απογραφή Πληθυσμού του 1940 απογράφονται 18.000 Μουσουλμάνοι Τσάμηδες, οι οποίοι κατοικούσαν τα εύφορα πεδινά τμήματα της Θεσπρωτίας. Την 7η Απριλίου του 1951 απογράφηκαν στην Ελλάδα μόνο 123 τσάμηδες.

Καταγωγή των Μουσουλμάνων Τσάμηδων

Οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν ότι αυτοί κατάγονται από τους Σπαχήδες. Οι Σπαχήδες ήταν Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι γαιοκτήμονες της Ηπείρου οι οποίοι κατά τον 17ο αιώνα ασπάστηκαν το δόγμα του Ισλάμ. Άλλοι από αυτούς εξισλαμίστηκαν με βίαιο τρόπο και άλλοι εκούσια με σκοπό να σώσουν τα υπάρχοντά τους και να αποκτήσουν προνόμια, αξιώματα. Μετά τον εξισλαμισμό τους έχουμε τους Μουσουλμάνους Τσάμηδες και τους Χριστιανούς Τσάμηδες. Με την πάροδο του χρόνου «Τσάμηδες» ονομάζονταν μόνο οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες.

Επί Τουρκοκρατίας οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες ονομάστηκαν Τουρκοτσάμηδες, όπως συνέβη και με τους εξισλαμισθέντες Αλβανούς που ονομάστηκαν Τουρκαλβανοί. Λόγω όμως της γλωσσικής συγγένειας που υπήρχε μεταξύ Τουρκοτσάμηδων και Τουρκαλβανών ονομάστηκαν και Αλβανοτσάμηδες. Με το πέρασμα των χρόνων έγιναν φανατικοί διώκτες των Ελλήνων, αφού επηρρεάστηκαν από ξένες προπαγάνδες (αυστροουγγρική, ιταλική, αλβανική).

Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει σε υπόμνημά του το 1986 ο πρώην Βουλευτής Θεσπρωτίας Στρατής Αθανασάκος: «Όπως βεβαιώνουν οι ιστορικοί, αλλά και όπως είναι τοπικά παραδεκτό, οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες είναι απόγονοι των Θεσπρωτών και προέρχονται από τους κατά καιρούς εξισλαμισθέντες κατοίκους της περιοχής».

Η Ανθελληνική δράση τους

Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο οι Τσάμηδες στην πολιορκία των Ιωαννίνων ήταν ενταγμένοι στον τουρκικό στρατό, σύμφωνα άλλωστε και με τα ενδεικτικά κρυπτογραφήματα των ελληνικών υπηρεσιών. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα. Από τότε δεν παρέλειπαν καμία ευκαιρία διεθνούς περιπλοκής για να συμμαχήσουν με τον εχθρό και να βλάψουν την χώρα μας.

Αργότερα, βάσει της συνθήκης της Λωζάννης του 1923 αυτοί οι Αλβανόφωνοι Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας κρίθηκαν ως ανταλλάξιμοι. Όμως η τότε κυβέρνηση του στρατηγού και δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου δεν τους έστειλε στην Αλβανία για πολιτικούς λόγους, ελπίζοντας ότι η χειρονομία αυτή θα είχε θετικό αντίκτυπο στις σχέσεις μας με την Αλβανία και εξαιτίας της επέμβασης της Ιταλίας με τη Δήλωση Ρούφου (1925), παρά την επιθυμία των ιδίων που επιθυμούσαν να μεταβούν στην Τουρκία. Από τότε άρχισε να αναπτύσσεται σε αυτούς αλβανική συνείδηση, η οποία καλλιεργούνταν επιμμελώς με στόχο την δημιουργία στην Θεσπρωτία αλβανικής μειονότητας.

Περίοδος Ιταλο-Γερμανικής Κατοχής

Την περίοδο της Κατοχής οι Τσάμηδες εκδηλώθηκαν ως Αλβανοί, συνεργάστηκαν αρχικά με τους Ιταλούς (1941–1943) και εν συνεχεία με τους Γερμανούς (1943–1944), με στόχο να εξοντώσουν τον χριστιανικό πληθυσμό της Ηπείρου. Στην Ήπειρο ζούσαν τότε 20.000 περίπου αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι, τους οποίους αποκαλούσαν «Τουρκοτσάμηδες».

Οι Τσάμηδες κατοικούσαν στο νομό Θεσπρωτίας και συγκεκριμένα στις περιφέρειες Ηγουμενίτσας, Μαργαριτίου, Φιλιατών και Παραμυθίας, τις οποίες αυτοαποκαλούσαν «Τσαμουριά». Προσδοκούσαν τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας που θα περιλάμβανε ολόκληρη την Ήπειρο μέχρι την Πρέβεζα και στόχος τους ήταν αρχικά να ανεξαρτητοποιηθούν και εν συνεχεία θα ζητούσαν την ενσωμάτωσή τους στο αλβανικό κράτος. Αρχηγοί τους εμφανίζονταν τα αδέρφια Νουρί και Μαζάρ Ντίνο Μπέη, οι οποίοι είχαν συγκροτήσει τον Ιούλιο του 1942 την Αλβανική Εθνική Επιτροπή (K.S.I.L.I.A – ΞΙΛΙΑ) δηλαδή ένα αλβανικό σύστημα πολιτικής διοικήσεως με 14 τάγματα, έχοντας ως κύριο στόχο τους την εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή της Θεσπρωτίας.

Τον Νοέμβριου του 1940 κατά την σύντομη Ιταλική επίθεση και προέλαση του Ιταλικού στρατού στα ελληνικά εδάφη, ένοπλοι Τσάμηδες τάχθηκαν στο πλευρό των Ιταλών, ενώ ο τοπικός τσάμικος πληθυσμός τους υποδεχόταν πανηγυρικά.Τότε σημειώθηκαν οι πρώτες λεηλασίες και επιθέσεις εναντίον χριστιανικών χωριών και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού. Μετά την αντεπίθεση της Ελλάδος και την υποχώρηση των Ιταλών, οι Τσάμηδες έφυγαν προς την Αλβανία και επανήλθαν μετά την συνθηκολόγηση της κυβερνήσεως Γ. Τσολάκογλου και την κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα.

Το καλοκαίρι του 1943, μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές, που τους υπόσχονταν και αυτοί (όπως οι Ιταλοί) ανεξαρτησία. Οι καταδρομείς της γερμανικής μεραρχίας Εντελβάϊς έκαναν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις με τους Τσάμηδες στη Θεσπρωτία, για να καταστρέψουν τα χωριά εκείνα που θεωρούσαν ότι ενίσχυαν τους Έλληνες αντάρτες.

Οργανώθηκε τότε η αλβανική τζανταρμερία (χωροφυλακή) των Τσάμηδων η οποία ήταν ένα ειδικό στρατιωτικό τμήμα των Τσάμηδων δηλαδή μια μονάδα αλβανικής φασιστικής εθνοφυλακής, που φορούσε γερμανικές στρατιωτικές στολές και περιβραχιόνιο με την λέξη «Τσάμης» και το σύμβολο της σβάστικας.Στόχος τους, πέρα βεβαίως από το πλιάτσικο,ήταν η αλλοίωση της εθνολογικής σύστασης της Θεσπρωτίας δια της εξοντώσεως του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή.

Ο Μαζάρ Ντίνο είχε την πλήρη στήριξη των Γερμανών διοικητών και όταν έφτασε η ώρα της εξόντωσης των προκρίτων της Παραμυθιάς (εκτελέστηκαν 49 επιφανείς κάτοικοι της πόλης) την 29η Σεπτεμβρίου του 1943, ξεκίνησε τις συλλήψεις συνοδευόμενος από Γερμανό αξιωματικό.

Ιδιαιτέρως σημαντικά πρός λύπην των Τσάμηδων είναι τα όσα αναφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθ. Γκόντοβος, ο οποίος ερεύνησε τα γερμανικά αρχεία και εντόπισε σημαντικά ντοκουμέντα. Σε ένα απο αυτά που περιλαμβάνει στρατιωτική διαταγή της Γερμανικής διοίκησης Ηπείρου αναφέρεται: «…Ο πρόεδρος του Εθνικού Αλβανικού Συμβουλίου της Τσαμουριάς, Μαζάρ Ντίνο από την Παραμυθιά, είναι διοικητής του αλβανικού λόχου της Τσαμουριάς. Βρίσκεται στην υπηρεσία του Γερμανικού στρατού. Παρακαλούνται οι υπηρεσίες να παρέχουν στο εν λόγω πρόσωπο στήριξη και αρωγή».

Αποτελέσματα της δράσης τους

Προχώρησαν στη δίωξη του ελληνικού στοιχείου με φόνους, αρπαγές, εμπρησμούς και ερημώσεις των περιφερειών Φαναρίου, Παραμυθίας, Ηγουμενίτσας και κατέλυσαν τις ελληνικές αρχές στήνοντας το δικό τους «ψευδοκράτος». Ειδικότερα, λεηλάτησαν το Καρτέρι, πυρπόλησαν την Ανθούσα ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής του 1943, δολοφόνησαν – εκτέλεσαν τους πρόσφυγες του Φαναρίου, καθώς και 49 επιφανείς κατοίκους της Παραμυθίας.

Συνοπτικά, ο τραγικός απολογισμός των κοινών ενεργειών Τσάμηδων – Ναζί ήταν: 632 δολοφονημένοι, 428 εξαφανισθέντες, 459 απαγωγές, 209 βιασμοί, 2332 εμπρησμοί οικιών, 53 λεηλατημένα χωριά, 37556 αρπαγέντα αιγοπρόβατα, 9285 αρπαγέντα βοοειδή, 4148 αρπαγέντα ιπποειδή και 30000 πουλερικά. Σύμφωνα με αλβανικές πηγές (βλέπε εφημερίδα «Bashkimi I Kombit» των Τιράνων της 14ης Μαρτίου 1944) τα πυρπολημένα σπίτια ανέρχονταν στα 25.000 και οι πρόσφυγες στους 100.000.

Παρά ταύτα, η Ελλάς υποχρεώθηκε να πληρώσει, αν και αμυνόμενη, 218.000.000 δραχμές στους Μουσουλμάνους μόνο του Αργυροκάστρου ως πολεμική αποζημίωση.

Περίοδος Εμφυλίου – Φυγή – Καταδίκη των Τσάμηδων

Τον Σεπτέμβριο του 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι αντάρτες του ΕΔΕΣ με επικεφαλή τον Ναπολέοντα Ζέρβα που κυριαρχούσαν στην περιοχή, προχώρησαν στη μαζική καταδίωξη και εκδίωξη των Τσάμηδων στην Αλβανία. Αποφασιστικές ήταν οι ελληνικές νίκες στην πρώτη μάχη της Μενίνας (Νεράϊδας) την 17η – 18η Αυγούστου 1944 και στην δεύτερη μάχη της Μενίνας την 20η – 21η Σεπτεμβρίου 1944.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση, οι Τσάμηδες συναισθανόμενοι τις συνέπειες από τις συμπεριφορά τους στη διάρκεια της κατοχής αναζήτησαν προστασία στην Αλβανία και έτσι τον Οκτώβριο του 1944 εγκατέλειψαν εθελουσίως την Θεσπρωτία κάτω από την γενική κατακραυγή, διέβησαν τα πρός την Αλβανία σύνορα μέσω της Κονισπόλεως,αφού όμως πρώτα πήραν μαζί τους ολόκληρο τον κινητό πλούτο του ελληνικού πληθυσμού που είχε τότε καταφύγει στα όρη της Πίνδου. Έκτοτε εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία.

Η φυγή αυτή των Τσάμηδων υπαγορεύθηκε και από τον φόβο τους να μην κλιθούν να δώσουν λόγο στην ελληνική δικαιοσύνη για τα εγκλήματά τους και την συνεργασία τους με τους κατακτητές. Μετά τη φυγή τους την 23η Μαϊου του 1945, το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Ιωαννίνων καταδίκασε ερήμην σε θάνατο 1930 Τσάμηδες επί συνολικού πληθυσμού 19.000, οι οποίοι βαρύνονταν με εγκλήματα πολέμου κατά τη διάρκεια της Κατοχής (ο ένας στους δέκα ήταν εγκληματίας πολέμου). Είχαν όμως ήδη διαφύγει με τις οικογένειές τους στην Αλβανία.

Αρχές της δεκαετίας του 1950 η ελληνική κυβέρνηση δήμευσε και απαλλοτρίωσε τις αγροτικές περιουσίες τους απευθείας ή με δημοπρασίες υπέρ όλων εκείνων που έπεσαν θύματα της θηριωδίας τους, ενώ παράλληλα με τα Β.Δ 2185/1952 και 1871/1954 στερήθηκαν την ελληνική ιθαγένεια και υπηκοότητα. Με αυτό τον τρόπο έκλεισε νομικά το θέμα των λεγόμενων Τσάμηδων. Τη τύχη των Τσάμηδων ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις δοσιλόγων σε ολόκληρη την μεταπολεμική Ευρώπη, όπως είναι οι Γερμανοί – Σουδήτες της Τσεχοσλοβακίας, οι Κοζάκοι του Δον στην ΕΣΣΔ κ.α.

Η εικόνα σήμερα

Επί Χότζα και Αλία το ζήτημα των Τσάμηδων πέρασε στο περιθώριο. Ο Χότζα ειδικότερα τους αντιμετώπισε με δυσπιστία, αφού είχαν συνεργαστεί με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.

Μετά την πτώση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού το 1991 σε Βαλκάνια και Αλβανία και τον πόλεμο που σημειώθηκε στην πρώην Ενωμένη Γιουγκοσλαβία με κατάληξη τη διάλυση και διχοτόμησή της, το ζήτημα επανήλθε στην επικαιρότητα και οι Αλβανοτσάμηδες επανεμφανίζονται ως «τσάμηδες» αρχίζοντας τις προκλήσεις και τη παραχάραξη της ιστορίας.

Ειδικότερα, τον Μάρτιο του 1991 ιδρύθηκε η πολιτικοστρατιωτική οργάνωση Τσαμουριά (Cameria) με σκοπό τη δικαίωση των Τσάμηδων. Την 27η Ιουνίου 1994 η Αλβανική Βουλή ψήφισε νόμο κατά τον οποίο ορίστηκε η 28η Ιουνίου ως «Ημέρα Γενοκτονίας των Τσάμηδων από τους Έλληνες», επισημοποιώντας έτσι τις διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος. Το 1999 δημιουργήθηκε ο Απελευθερωτικός στρατός της Τσαμουριάς (U.C.C) ο οποίος χρηματοδοτείται όπως ο U.C.K και διαθέτει ολόκληρη ταξιαρχία (5.000 άνδρες) με αμερικανούς εκπαιδευτές της C.I.A. Την 25η Ιουλίου του 2000 η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Αλβανικής Βουλής ανακοίνωσε ότι η Τσαμουριά αποτελεί εθνική υπόθεση για την Αλβανία και ότι θα διεκδικηθεί η επιστροφή των περιουσιών των Τσάμηδων.

Σήμερα οι Τσάμηδες ανέρχονται αριθμητικά στους 14.000 – 25.000, αλλά η αλβανική προπαγάνδα τους ανεβάζει στους 100.000. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών είναι εγκατεστημένοι στις περιοχές των Αγίων Σαράντα, Δελβίνου, Αυλώνος, Βερατίου, Τιράνων και κυρίως στην Κονίσπολη. Όλοι αυτοί πιέζουν για να επανέλθουν στην Ελλάδα.

Επίλογος

Οι Τσάμηδες υπήρξαν οι καλύτεροι συνεργάτες των Ιταλών φασιστών και των Γερμανών ναζιστών. Διέπραξαν βιαιότητες και αδικοπραγίες, λεηλασίες και σφαγές, δολοφονίες και εμπρησμούς κατοικιών. Θα πρέπει πάντως να τονισθεί ότι η υπόθεση «Τσαμουριά» δεν αποτελεί μονάχα ένα ακόμη αλυτρωτικό όραμα. Είναι κάτι πιό επικίνδυνο και ρεαλιστικό. Είναι ουσιαστικά η ανάμνηση και επαναδιεκδίκηση ενός υπαρκτού «ψευδοκράτους» που υπήρξε για τέσσερα χρόνια. Και το προωθούν οι ίδιοι οι Αμερικάνοι (δημοσίευση χαρτών Μεγάλης Αλβανίας). Την 28η Σεπτεμβρίου 2005 η αντιπρόσωπος του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών στη διάσκεψη του ΟΑΣΕ στη Βαρσοβία είχε μιλήσει αορίστως για «αλβανική μειονότητα» στην Ελλάδα. Από την άλλη ο γνωστός Νίκολας Μπερνς, πρώην Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα και μυστικός σύμβουλος του Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, είχε δηλώσει ότι: «στην Ελλάδα υπάρχει τουρκική, αλβανική και μακεδονική μειονότητα, οι οποίες τυγχάνουν άσχημης μεταχείρισης από το ελληνικό κράτος».

Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα των «Τσάμηδων» ή της λεγόμενης «Τσαμουριάς», όπως και αυτό του ονόματος των Σκοπίων (βλέπε Μακεδονικό έθνος ή Μακεδονία του Αιγαίου) ή τα σενάρια περί αυτονόμησης της Δυτικής Θράκης (βλέπε Τουρκική Δημοκρατία της Δυτ. Θράκης) οφείλονται κατά κύριο λόγο όχι μόνο στις ορέξεις των γειτόνων μας και των Αμερικανών καθοδηγητών τους, αλλά και στην έλλειψη σοβαρότητας και υπευθυνότητας στην χάραξη και άσκηση της εθνικής μας εξωτερικής πολιτικής.

Η Ελληνική διπλωματία τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από στρουθοκαμηλισμό και έντονη υποτονικότητα ως προς τις αντιδράσεις της, αφού ως χώρα συνεχίζουμε να ομιλούμε περί κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής και πορείας. Η θέση μας όμως πρέπει να είναι καθαρή: Πιστή εφαρμογή των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σεβασμό απέναντι στα ακριβή γεγονότα της ιστορίας και των δικαστικών αποφάσεων, ειδικά όταν πρόκειται για εγκλήματα πολέμου.

Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Τσαμουριά είναι ένα ακόμα προϊόν διεθνούς προπαγάνδας, το οποίο εντάσσεται σε έναν γενικότερο σχεδιασμό αναταραχής και αποσταθεροποίησης με κατάληξη μια Νέα Τάξη Πραγμάτων. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία στο χώρο των Βαλκανίων μικρών κρατών, πολυεθνικών, πολυφυλετικών, πολυθρησκευτικών και πολυπολιτισμικών, έτσι ώστε οι λαοί αυτών των κρατιδίων να είναι διαιρεμένοι και να μην μπορούν να αντιδράσουν.

Επομένως απαιτείται εγρήγορση, αμεσότητα και δυναμισμός. Στην περίπτωση της Τσαμουριάς και των Τσάμηδων, οι οποίοι σήμερα αρνούνται ότι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές και ζητούν να αποζημιωθούν, θα πρέπει σε κάθε ευκαιρία και περίπτωση να προβάλουμε την ελληνική κοινότητα της Βορείου Ηπείρου, τα δικαιώματα αυτής και τις διώξεις – καταχρήσεις που αυτή υφίσταται.

Ενδεικτικές βιβλιογραφικές πηγές

  • Απόφαση 344 / 23 Μαϊου 1945 του Ειδικού Δικαστηρίου δοσιλόγων των Ιωαννίνων

  • Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, φ. 58, έκθεση Γενικού Επιθεωρητή μειονοτήτων Κων/νου Στυλιανόπουλου, σσ 2 – 11.

  • Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, φ. 108, εμπιστευτική έκθεση Γενικού Διοικητή Ηπείρου.

  • Βασιλικό Διάταγμα 2185 / 1952

  • Βασιλικό Διάταγμα 1871 / 1954

  • Βασιλικό Διάταγμα 2781 / 1954

  • Georgia Kretsi, «The ‘‘Secret’’ Past of the Greek-Albanian Borderlands», περ. Ethnologia Balcanica, 6 (2002), σσ 171-95.

  • Διαδικτυακός ιστότοπος www.mixanitouxronou.gr / οι τσάμηδες.

  • Διαδικτυακός ιστότοπος www.efsyn.gr/άρθρο/ μια ανεπιθύμητη μειονότητα.

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 58, σελ. 171 – 172, λήμμα «Τσαμουριά» και «Τσάμηδες».

  • Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΥ, τόμος 17, σελ. 892, λήμμα «Τσαμουριά» και «Τσάμηδες».

  • Κόντης Βασίλειος (επιμ.), Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις. τ. ΙΙΙ (1922-1929) και IV (1930-1940), Αθήνα 1997, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

  • Λάμπρος Χαρίτων Κ., οι Τσάμηδες και η Τσαμουριά, Αθήναι, 1940.

  • Λιακόπουλος Δ. Δ., Απόρρητος Φάκελος Τσαμουριά, εκδόσεις Λιακόπουλος, 2003.

  • Μαντά Ελευθερία, οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923 – 2000), εκδόσεις Ι.Μ.Χ.Α, Θεσσαλονίκη, 2004.

  • Μαργαρίτης Γιώργος, Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες, Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας. Τσάμηδες – Εβραίοι, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2005, σσ 155 – 161 και 170 – 197.

  • Μπαλτσιώτης Λάμπρος, «Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες από την είσοδό τους στο ελληνικό κράτος μέχρι την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (1913-1940). Η ιστορία μιας κοινότητας από το millet στο έθνος» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2009).

  • Νικολάου Χαραλ. Γ., Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες – συμφωνίες και συμβάσεις. Από 1453 μέχρι σήμερα, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, εκδόσεις Ι. Φλώρος.

  • Παπαθεοδώρου Απ. Π., οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες, εκδόσεις Πελασγός, 2012.

  • Σάρρας Γιάννης, Μνήμες της τραγικής περιόδου 1936-1945, Αθήνα 2001, εκδόσεις. Στ. Βασιλόπουλος.

About Κωνσταντίνος Σχοινοχωρίτης

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιβλιοθηκονόμος, υποψήφιος Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου. Πρόεδρος Κίνησης Ενεργών Πολιτών Ζευγολατιού «ΚΟΙΝΩΝΙΑ».